You are here

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΑ

Μετά το θάνατο του ανθρώπου το σύνολο της περιουσίας του, τόσο οι υποχρεώσεις όσο και τα δικαιώματά του, δεν εξαφανίζονται αλλά μεταβιβάζονται σε άλλα πρόσωπα, τα οποία τον διαδέχονται στο σύνολο των έννομων σχέσεών του. Κληρονομικό Δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν την περιουσία του ανθρώπου μετά το θάνατό του. Οι διατάξεις του Κληρονομικού Δικαίου περιέχονται στο πέμπτο βιβλίο του Αστικού Κώδικα (αρθ. 1710 -2035 ΑΚ).

Κληρονομικές διαφορές είναι οι διαφορές που προκύπτουν από τη μεταβίβαση της περιουσίας του κληρονομούμενου στους διαδόχους του αλλά και από τις σχέσεις των κληρονόμων μεταξύ τους ή με τρίτα πρόσωπα.

Η κληρονομική διαδοχή επέρχεται α) με διαθήκη και β) απευθείας από το νόμο:

α) κληρονομική διαδοχή με διαθήκη: «Διαθήκη» είναι η διάταξη τελευταίας βούλησης του προσώπου με την οποία ρυθμίζει την κληρονομική διαδοχή και ορισμένες σχέσεις του οικογενειακού δικαίου για το χρόνο μετά το θάνατό του. Στην ελληνική έννομη τάξη προβλέπονται τρεις τύποι (τακτικών) διαθηκών:

  1. ιδιόγραφη διαθήκη: είναι η διαθήκη που γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από τον ίδιο.
  2. δημόσια διαθήκη: είναι η διαθήκη η οποία συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία τριών μαρτύρων ή δύο, αν ο ένας είναι συμβολαιογράφος. Η δημόσια διαθήκη αποτελεί συμβολαιογραφικό έγγραφο.
  3. μυστική διαθήκη: είναι η διαθήκη που γίνεται με παράδοση από τον ίδιο τον διαθέτη του εγγράφου που περιέχει την τελευταία του βούληση σε συμβολαιογράφο, ο οποίος συντάσσει σχετική πράξη. Αποτελείται δηλαδή από δύο αυτοτελή έγγραφα: α) το έγγραφο που παραδίδει ο διαθέτης στο συμβολαιογράφο και περιέχει τη διάταξη τελευταίας βούλησης του και β) την πράξη που συνάπτει ο συμβολαιογράφος.

β) Κληρονομική διαδοχή από το νόμο: αυτή επέρχεται στις περιπτώσεις τις οποίες δεν υπάρχει διαθήκη ή υπάρχει μεν αλλά έχει ματαιωθεί μερικά ή εξ ολοκλήρου. Κληρονομική διαδοχή από το νόμο θεωρείται η εξ αδιαθέτου διαδοχή και η αναγκαστική διαδοχή.  

Νόμιμη μοίρα

Νόμιμη μοίρα είναι το κληρονομικό μερίδιο το οποίο αναγνωρίζει ο νόμος στα πολύ στενά συγγενικά πρόσωπα του κληρονομούμενου, θέτοντας με αυτό τον τρόπο κάποιους περιορισμούς στην ελευθερία του προσώπου να διαθέτει ελεύθερα την περιουσία του μετά το θάνατό του. Το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας υπάρχει από το θάνατο του κληρονομούμενου και αποσκοπεί στην προστασία της οικογένειας.

Το ποσοστό της νόμιμης μοίρας είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας (ΑΚ 1825 παρ. 2), δηλαδή το μισό αυτού που κάθε κληρονόμος θα εδικαιούτο εάν δεν υπήρχε διαθήκη. Για τον περιορισμό της κληρονομικής μερίδας κάποιου κληρονόμου σε αξία μικρότερη από τη νόμιμη μοίρα, πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αποκλήρωσης.

Σύμφωνα με το α. 1831 του Α.Κ., «Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας του και της απογραφής της κληρονομιάς. Στην κληρονομία προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο καθήκον. Για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας των γονέων δεν υπολογίζεται ό,τι περιέρχεται ως εξαιρετό, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1820, στο σύζυγο που επιζεί.».

Δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομούμενου, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί. Σύμφωνα με το άρθρο 1831 ΑΚ, το οποίο αποτελεί διάταξη αναγκαστικού δικαίου, συνυπολογίζονται στην κληρονομιά κάποιες χαριστικές παροχές προς τους μεριδούχους ή τρίτους, στις οποίες προέβην ο κληρονομούμενος πριν από το θάνατό του. Απαραίτητη προϋπόθεση των παροχών αυτών, προκειμένου να συνυπολογισθούν στην κληρονομιαία περιουσία, είναι να έχουν δοθεί «χωρίς αντάλλαγμα». Πρόκειται στην ουσία για «χαριστικές παροχές», στις οποίες περιλαμβάνονται ενδεικτικά: δωρεές κατά το α. 496 ΑΚ (π.χ. μεταβίβαση κυριότητας, χρηματική καταβολή), χρησιδάνειο, γονικές παροχές του α. 1509 ΑΚ (κατά το τμήμα τους που δεν θεωρείται δωρεά), δωρεές αιτία θανάτου, δωρεά με κατάθεση σε κοινό λογαριασμό κ.α.

Οι χαριστικές παροχές του κληρονομούμενου προς τους μεριδούχους συνυπολογίζονται στην κληρονομιά οποτεδήποτε και αν έγιναν, χωρίς χρονικό περιορισμό. Αντίθετα χαριστικές παροχές του κληρονομούμενου προς τρίτους (μη μεριδούχους) συνυπολογίζονται στην κληρονομιά μόνο εφόσον έγιναν τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του. Εξαίρεση υπάρχει μόνο για τις δωρεές προς τρίτους οι οποίες έγιναν για λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο καθήκον που δεν συνυπολογίζονται.

Με βάση αυτό τον πλασματικό υπολογισμό της κληρονομιάς, υπολογίζεται και η νόμιμη μοίρα.

Με το θάνατο του προσώπου επομένως η περιουσία του ως σύνολο περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Η μεταβίβαση αυτή της περιουσίας από τον άνθρωπο που πέθανε σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, ορίζεται ως κληρονομική διαδοχή. Για να υπάρξει κληρονομική διαδοχή πρέπει να συντρέχουν τρία στοιχεία:

  • κληρονομιά
  • κληρονομούμενος
  • κληρονόμος.

Κληρονομιά είναι το ενιαίο περιουσιακό σύνολο (ενεργητικό και παθητικό δηλαδή χρέη) του προσώπου που πέθανε (το οποίο καλείται κληρονομούμενος) και στο οποίο υπεισέρχεται ορισμένο πρόσωπο που καλείται κληρονόμος. Επειδή ο κληρονόμος υπεισέρχεται με ενιαίο τρόπο στην περιουσία του κληρονομούμενου θεωρείται καθολικός διάδοχος. Ο κληρονόμος μπορεί να είναι είτε φυσικό πρόσωπο είτε νομικό πρόσωπο. Κληρονομούμενος όμως είναι μόνο φυσικό πρόσωπο ανεξάρτητα με τον τρόπο που επήλθε ο θάνατος.

Η κληρονομική διαδοχή γίνεται με τρεις τρόπους:

  • Διαδοχή εκ διαθήκης, δηλαδή η κληρονομική διαδοχή γίνεται με διαθήκη, με την οποία ο κληρονομούμενος καθορίζει την τύχη της περιουσίας του.
  • Διαδοχή εξ” αδιαθέτου, δηλαδή η κληρονομική διαδοχή, γίνεται όπως προβλέπει ο νόμος, στην περίπτωση που δεν υπάρχει διαθήκη.
  • Αναγκαστική διαδοχή, δηλαδή σε κληρονομική διαδοχή που γίνεται από το νόμο και παρά τη θέληση του κληρονομούμενου.

Διαθήκη είναι η μονομερής « αιτία θανάτου» δικαιοπραξία, που περιέχει δήλωση βουλήσεως, συντάσσεται αυτοπροσώπως, σύμφωνα με ορισμένους τύπους και ανακαλείται ελεύθερα. Μοναδική εξαίρεση στην αρχή ότι η διαθήκη είναι ελεύθερα ανακλητή, θεμελιώνεται στο άρθρο 1476 ΑΚ, που ορίζει ότι δηλώσεις αναγνώρισης τέκνου εκτός γάμου, που συμπεριελήφθησαν στο κείμενο της διαθήκης, δεν ανακαλούνται.

Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει τρεις τακτικούς τύπους σύνταξης μιας διαθήκης:

Α) την ιδιόγραφη διαθήκη
Β) τη δημόσια διαθήκη και
Γ) τη μυστική διαθήκη
καθώς και τύποι έκτακτων διαθηκών που υπό προϋποθέσεις συντάσσονται σε πλοίο ή σε εκστρατεία ή σε περίπτωση αποκλεισμού.

Ιδιόγραφη Διαθήκη

Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται (ημέρα, μήνας, έτος) και υπογράφεται από τον ίδιο. Η διαθήκη αυτή δύναται να φυλαχθεί από ίδιο, να παραδοθεί σε τρίτο πρόσωπο προς φύλαξη ή να κατατεθεί προς φύλαξη σε συμβολαιογράφο.

Δημόσια Διαθήκη

Η δημόσια διαθήκη συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου παρουσία τριών μαρτύρων.

Μυστική Διαθήκη

Ο διαθέτης συντάσσει τη διαθήκη του και την παραδίδει ενώπιον τριών (3) μαρτύρων σε συμβολαιογράφο, δηλώνοντας ότι περιέχει την τελευταία του βούληση.

Η διαθήκη μπορεί να αμφισβητηθεί-προσβληθεί , ως μερικά ή ολικά άκυρη, στις εξής περιπτώσεις:

-Όταν αμφισβητείται η γνησιότητα του γραφικού χαρακτήρα και της υπογραφής του διαθέτη, όταν δηλαδή υπάρχουν υπόνοιες πλαστότητας της διαθήκης, οπότε είναι ζήτημα απόδειξης πλέον αν η διαθήκη είχε συνταχθεί ή όχι, με το χέρι του εκλιπόντος.

-Όταν ο διαθέτης ήταν ανίκανος για σύνταξη διαθήκης, το οποίο συμβαίνει, εφόσον : 1. δεν ήξερε να διαβάζει 2. ήταν ανήλικος 3.βρισκόταν υπό (πλήρη) δικαστική συμπαράσταση ή 4. έπασχε από ψυχική ή διανοητική διαταραχή.

-Αν δεν είχε συνταχθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, όπου αυτές προβλέπονται στο Νόμο, όπως π.χ για τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης, ενώπιον συμβολαιογράφου, αναφορικά με τους μάρτυρες, τα πρόσωπα, που (δεν πρέπει) να είναι παρόντα κλπ.

-Όταν ο διαθέτης δεν προσδιορίζει επακριβώς τον κληρονόμο, αλλά γενικά και αόριστα. -Στις περιπτώσεις, για την αμφισβήτηση της υπογραφής, όπου ο διαθέτης, είχε πέσει «θύμα» απάτης, πλάνης ή απειλής, κατά τη σύνταξη της διαθήκης.

Τέλος, η προσβολή της νόμιμης μοίρας των εκ του Νόμου κληρονόμων, όταν ο διαθέτης αφήνει όλη την περιουσία του σε τρίτους (π.χ αλλοδαπή, οικιακή βοηθό) και αποκλείει παιδιά ή σύζυγο. Από τον συνδυασμό των άρθρων 1825 και 1829 του Αστικού Κώδικα προκύπτουν τα εξής: «οι κατιόντες […] οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία. Η νόμιμη μοίρα είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας» (Α.Κ. 1825 παρ. 1). «Κάθε περιορισμός του μεριδούχου από τη διαθήκη, όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί» (Α.Κ. 1829). Δικαίωμα νόμιμης μοίρας, έχουν τα παιδιά, οι γονείς και η σύζυγος του εκλιπόντος, εφόσον βέβαια ζουν, το οποίο ισούται με το μισό της μερίδας, που θα έπαιρναν, αν δεν υπήρχε η διαθήκη.

Το δικαίωμα για προσβολή της διαθήκης, πρέπει να ασκείται χωρίς καθυστέρηση, διότι η παραγραφή είναι 2 έτη, από τη δημοσίευσή της.

Στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (διαδοχή χωρίς διαθήκη) οι κληρονόμοι ορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 1813 – 1824.

Όταν ζουν τα τέκνα/εγγονοί και ο/η σύζυγος του θανόντος:
Η/Ο σύζυγος δικαιούται το ¼ της κληρονομιάς ενώ το υπόλοιπο ¾ το μοιράζονται τα παιδιά κατά ίσα μέρη. Σε περίπτωση που δεν ζει κάποιο από τα τέκνα τότε το ποσοστό του θα δοθεί δικό του παιδί (εγγόνι του θανόντος).

Όταν δεν ζούν τέκνα/εγγονοί αλλά γονείς, αδελφοί και σύζυγος του θανόντος:
Ο/Η σύζυγος δικαιούται το ½ της κληρονομιάς ενώ οι γονείς και οι αδελφοί του θανόντος μοιράζονται το υπόλοιπο ½ της κληρονομιάς.

Όταν ζούν μόνο οι παππούδες και οι γιαγιάδες του θανόντος και ο/η σύζυγος:
ο/η σύζυγος δικαιούται το ½ της κληρονομιάς ενώ οι επιζώντες παππούδες/γιαγιάδες δικαιούνται το υπόλοιπο ½.

Όταν δεν ζεί κανένας συγγενής αλλά μόνο ο σύζυγος:
Ο σύζυγος κληρονομεί το σύνολο της κληρονομιάς.

Όταν δεν ζεί κανένας συγγενής και δεν υπάρχει σύζυγος:
Κληρονόμος όλης της περιουσίας του θανόντος γίνεται το Δημόσιο.

Στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομούμενου. Με τον όρο κατιόντες, ο νόμος εννοεί τα πρόσωπα που άμεσα κατάγονται από αυτόν. Πρέπει δηλαδή να υπάρχει συγγενική σχέση «εξ αίματος», ώστε να μην καλούνται πχ παιδιά από άλλο γάμο του συζύγου που επιζεί. Το κληρονομικό δικαίωμα του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του και αναγνωρίστηκε εκούσια ή δικαστικά, εξομοιώνεται απολύτως με το κληρονομικό δικαίωμα τέκνου που γεννήθηκε μετά τον γάμο των γονέων του. Η εξομοίωση αυτή είναι συνέπεια της αποκατάστασης πλήρους συγγενικού δεσμού μεταξύ του τέκνου και του πατέρα του και των συγγενών του. Καλείται, λοιπόν, στην πρώτη τάξη μαζί με ενδεχομένως άλλα τέκνα του κληρονομούμενου τα οποία γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο ή προγενέστερο γάμο του αποθανόντος.

Στην περίπτωση του συζύγου που επιζεί, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 1821 καλείται ως κληρονόμος στην πέμπτη τάξη ισχύουν τα εξής:

Αυτονόητη προϋπόθεση του κληρονομικού δικαιώματος του συζύγου που επιζεί είναι να υπάρχει γάμος. Η ύπαρξη γάμου ως προϋπόθεση του κληρονομικού δικαιώματος, αποκλείει τον/την πρώην σύζυγο όταν ο γάμος έχει λυθεί με διαζύγιο. Σε περίπτωση δηλαδή διαζυγίου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ο/η πρώην σύζυγος δεν έχει δικαίωμα στην περιουσία του αποθανόντος.

Επιπροσθέτως, το άρθρο 1822 ΑΚ ορίζει ότι ο σύζυγος αποκλείεται από την εξ αδιαθέτου διαδοχή, « αν ο κληρονομούμενος, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του». Ο δικαιολογητικός λόγος του 1822 ΑΚ είναι ότι εφόσον ο ένας σύζυγος έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο και αποφάσισε να ασκήσει την σχετική αγωγή, είναι απαράδεκτο να διατηρήσει ο άλλος κληρονομικό δικαίωμα από το τυχαίο γεγονός ότι ο ενάγων πέθανε προτού εκδοθεί η δικαστική απόφαση για την λύση του γάμου. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση συναινετικού διαζυγίου. (Ν. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, σελ 365).

Με την ανωτέρω διάταξη επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, αποκλεισμός του κληρονομικού δικαιώματος, περιλαμβανομένης και της νόμιμης μοίρας και του δικαιώματος εξαίρετου ( το οποίο περιλαμβάνει κινητά πράγματα μόνο, ήτοι έπιπλα, οικοσυσκευές ενδύματα κα, που χρησιμοποιούσαν είτε μόνο εκείνος που επιζεί είτε και οι δύο σύζυγοι). Η αγωγή του διαζυγίου δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του συζύγου που αποβίωσε. Οι τελευταίοι, για να επιτύχουν τον αποκλεισμό από την κληρονομία, του συζύγου που επιζεί θα πρέπει να ασκήσoυν αναγνωριστική αγωγή, για το βάσιμο του λόγου διαζυγίου (Εφ. Αθ. 864/2002 Δ/νη 43, 1716 Εφ. Αθ. 1714/2000 Δ/νη 42, 793).

Το ανωτέρω έννομο αποτέλεσμα του αποκλεισμού επέρχεται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του εναγόμενου συζύγου, αφού ο νόμος αποσυνδέει τους λόγους διαζυγίου από την υπαιτιότητα (1634 ΑΠ 432/94 Eλλ. Δ/νη 36,173, ΑΠ 1281/93 Ελλ. Δ/νη 36,124 ).

Συμπερασματικά, το Κληρονομικό Δίκαιο είναι το τμήμα του Αστικού Δικαίου που ρυθμίζει την τύχη των περιουσιακών έννομων σχέσεων ενός φυσικού προσώπου για τον χρόνο που επακολουθεί μετά τον θάνατό του. Με τον όρο περιουσιακές έννομες σχέσεις εννοούμε και το ενεργητικό (δικαιώματα) και το παθητικό (υποχρεώσεις) της περιουσίας του φυσικού προσώπου. Με τις ρυθμίσεις του κληρονομικού δικαίου, οι περιουσιακές σχέσεις του κληρονομούμενου συνεχίζονται από τους κληρονόμους του στο σύνολό τους: οι κληρονόμοι δηλαδή διαδέχονται τον κληρονομούμενο καθολικά, είναι δηλ. καθολικοί διάδοχοι. Με την καθολική κληρονομική διαδοχή εξασφαλίζεται η συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας του κληρονομούμενου, για το καλό του κοινωνικού συνόλου, των κληρονόμων και των δανειστών του κληρονομούμενων.

Η επιλογή του προσώπου του κληρονόμου ανήκει κατ’ αρχήν στον κληρονομούμενο, αφού σ’ αυτόν ανήκει η περιουσία που μεταβιβάζεται. Σ’ αυτήν την περίπτωση μιλάμε για κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης. Ωστόσο και εν προκειμένω ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ενεργήσει τελείως αυθαίρετα, αποκλείοντας κατ’ επιλογήν όποιο συγγενικό πρόσωπο επιλέξει από την κληρονομιά. Ορισμένα πρρόσωπα που συνδέονται στενά με οικογενειακό δεσμό με τον κληρονομούμενο προστατεύονται εκ του νόμου ακόμη και στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος δεν επιθυμεί τα πρόσωπα αυτά να λάβουν μερίδιο εκ της κληρονομήσιμης περιουσίας. Σ’ αυτήν την περίπτωση μιλάμε για αναγκαστική κληρονομική διαδοχή. Τέλος στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος δεν έκανε έγκυρη επιλογή των κληρονόμων του όσο ήταν εν ζωή, τότε αυτή η επιλογή γίνεται εκ του νόμου από συγκεκριμένο κύκλο συγγενικών προσώπων και σ’ αυτήν την περίπτωση μιλάμε γα εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή.

Βασικά χαρακτηριστικά της κληρονομικής διαδοχής είναι η αμεσότητά της και η καθολικότητά της. Με τον όρο αμεσότητα εννοούμε ότι η κληρονομική διαδοχή γίνεται αυτοδικαίως με τον θάνατο του κληρονομούμενου, χωρίς να μεσολαβήσει κανένα χρονικό διάστημα και χωρίς να μεσολαβήσει κανένα τρίτο πρόσωπο. Δηλαδή με τον θάνατο του κληρονομούμενου επέρχεται αυτοδικαίως η επαγωγή της κληρονομιάς χωρίς χρονικές παρεμβάσεις ή παρεμβάσεις τρίτων. Αντίστοιχα, με τον όρο καθολικότητα εννοούμε ότι η κληρονομική διαδοχή περιλαμβάνει τόσο το ενεργητικό (δικαιώματα) όσο και το παθητικό (υποχρεώσεις) της κληρονομιάς.                

Επικοινωνήστε μαζί μας