You are here

ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΟΝΟΜΑΤΟΣ DOMAIN NAME

ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΟΝΟΜΑΤΟΣ DOMAIN NAME em10 Η καταλυτική παρουσία των domain names στον κυβερνοχώρο δεν άφησε ανεπηρέαστο το νομικό κόσμο, στους κόλπους του οποίου διατυπώθηκαν πλείστες απόψεις σχετικά με τη νομική φύση τους. Εκκινώντας από τη φύση του δικαιώματος επί του ονόματος χώρου σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, διαπιστώνεται ότι το αντικείμενο του δικαιώματος είναι ένα άυλο αγαθό που έγκειται στην ικανότητα εξατομίκευσης ενός μεμονωμένου ηλεκτρονικού υπολογιστή μέσω συγκεκριμένων αλφαριθμητικών στοιχείων, τα οποία επιτρέπουν παράλληλα στον φορέα τους να χρησιμοποιεί τα πρωτόκολλα και τις υπηρεσίες του διαδικτύου. Σε ακολουθία με τις οικείες νομοθετικές διατάξεις, τα άυλα αγαθά έχουν καθιερωθεί ως εξουσιαστικά δικαιώματα μεταξύ του φορέα και των δικαιωμάτων υφίσταται ex lege άμεσος δεσμός, ο οποίος ενεργεί έναντι κάθε προσβολέα (erga omnes), επομένως δημιουργείται δικαίωμα με θετικό και αρνητικό περιεχόμενο. Με την εκχώρηση του ονόματος χώρου, ο φορέας αποκτά αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του και, σε αντιστοιχία με το δίκαιο των σημάτων η αποκλειστικότητα στη χρήση καθιστά το δικαίωμα απόλυτο. Επιπλέον, τα άυλα αγαθά είναι αυτοτελή έναντι της προσωπικότητας του φορέα τους. Επομένως, και το δικαίωμα επί του ονόματος χώρου είναι αυτοτελές, όπως άλλωστε συνάγεται και από την εκ του νόμου δυνατότητα μεταβίβασής του Λόγω του απόλυτου χαρακτήρα του, το δικαίωμα επί του ονόματος χώρου υπόκειται σε δημοσιότητα. Πιο συγκεκριμένα, τα καταχωρηθέντα ονόματα χώρου δημοσιεύονται στο Μητρώο, ήτοι σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων που διαθέτει το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας- Ινστιτούτο Πληροφορικής με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης. Εντούτοις, μολονότι το δικαίωμα στο όνομα χώρου είναι απόλυτο, η παρεχόμενη σε αυτό προστασία είναι σχετική, καθώς η χρονική ισχύς του είναι περιορισμένη ενώ δύναται να διαγραφεί ακόμη και πριν την ημερομηνία λήξης του σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες θα αναλυθούν κατωτέρω. Με γνώμονα τα ανωτέρω, προκύπτει ότι το domain name ως άυλο αγαθό προσεγγίζει την φύση αφενός των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και αφετέρου των διακριτικών γνωρισμάτων, όπως αυτά προστατεύονται από το δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Αρχικά, όσον αφορά τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, έχει γίνει κοινώς αποδεκτό ότι το όνομα χώρου δεν δύναται να ενταχθεί στο ίδιο ρυθμιστικό πεδίο με αυτά, πρώτον διότι δεν καλύπτει επιστημονικές και αισθητικές ανάγκες του ανθρώπου και δεύτερον γιατί είναι δύσκολο να υπαχθεί στην έννοια του έργου, αφού πρόκειται για ηλεκτρονική διεύθυνση στο διαδίκτυο που δεν καλύπτει το κριτήριο της πρωτοτυπίας και ως εκ τούτου ταυτίζεται περισσότερο με τα διακριτικά γνωρίσματα. em11Σε περίπτωση βέβαια που διαθέτουν πρωτοτυπία, δεν αποκλείεται η προστασία τους κατά το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως ισχύει και για τον τίτλο του εντύπου. Περαιτέρω, με την εκχώρηση των ονομάτων χώρου δεν αναγνωρίζεται κάποια εφευρετική ιδέα, η οποία να καλύπτει υλική ανάγκη. Το domain name δεν είναι μέσο προς επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος γιατί σε άκρως τεχνικούς όρους για τη χρήση υπηρεσιών και πρωτοκόλλων του Διαδικτύου σημασία έχει η Διεύθυνση Πρωτοκόλλου Διαδικτύου (IP address) στην οποία αντιστοιχεί το domain name και όχι αυτό καθ’ εαυτό. Επομένως, την τεχνική λειτουργία που επιτελεί η συγκεκριμένη ένδειξη μπορεί να την επιτελέσει και οποιαδήποτε άλλη όταν αντιστοιχεί με την IP διεύθυνση, η δε μονοπώλησή της από τον δικαιούχο του domain name δεν καθιστά αδύνατο για τους λοιπούς ανταγωνιστές να εξατομικεύσουν τον υπολογιστή τους με τη χρήση οποιαδήποτε άλλης ένδειξης. Αντιθέτως, τα διακριτικά γνωρίσματα βρίσκονται σε μεγαλύτερη συνάφεια με τα ονόματα χώρου, καθώς και τα δύο έχουν μία εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η εξατομικευτική λειτουργία του domain name προκύπτει από το γεγονός ότι όταν ο χρήστης πληκτρολογεί το domain name σε μία μηχανή αναζήτησης ή στο πεδίο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης πάνω από την ιστοσελίδα, δεν επιδιώκει να επικοινωνήσει με έναν υπολογιστή αλλά επιθυμεί να βρεθεί σε έναν συγκεκριμένο διαδικτυακό τόπο, όπου μπορεί να λάβει οιεσδήποτε πληροφορίες, υπηρεσίες, ή και να αγοράσει προϊόντα για την ικανοποίηση των αναγκών του. Σε μία πρώτη προσέγγιση, η νομολογία δέχεται ότι το όνομα χώρου δεν μπορεί κατ’ αρχήν να ταυτιστεί με την εμπορική επωνυμία, τον διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Ωστόσο, στην περίπτωση που αυτό χρησιμοποιείται επί μακρόν ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, αποτελεί έναν οιονεί διακριτικό τίτλο και σήμα το οποίο χαίρει της ίδιας προστασίας με τα διακριτικά γνωρίσματα του υλικού κόσμου Στην ίδια συλλογιστική πορεία συμβαδίζει και η άποψη ότι οι κάτοχοι “domain name” στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα ίδια διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους. Ομοίως με τον τρόπο κτήσης δικαιώματος επί διακριτικού γνωρίσματος του άρθρου 13 του Ν. 146/14 που συνίσταται στην πραγματική χρήση του στις οικείες συναλλαγές (ουσιαστικό σύστημα) κριτήριο κομβικής σημασίας για την αναγωγή των ονομάτων χώρου σε διακριτικά γνωρίσματα είναι ο βαθμός καθιέρωσής τους στις συναλλαγές. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, αναφέρεται χαρακτηριστικά η άποψη του Διεθνούς Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO) σχετικά με την μετάβαση του domain name από απλή ένδειξη με καθαρά τεχνική λειτουργία σε οιονεί διακριτικό γνώρισμα: «ενώ σχεδιάστηκαν για να επιτελούν τη λειτουργία παροχής της ικανότητας στους χρήστες να εντοπίζουν υπολογιστές με ευκολία χωρίς την ανάγκη να ανατρέχουν σε IP Διεύθυνση, τα domain names απέκτησαν μία περαιτέρω σημασία ως ενδείξεις που ταυτοποιούν επιχειρήσεις ή πρόσωπα, και ως τέτοια έχουν έλθει σε σύγκρουση με το σύστημα των ενδείξεων που ταυτοποιούσαν τις επιχειρήσεις πριν την άφιξη του διαδικτύου και οι οποίες προστατεύονται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας». Έχοντας διασαφηνίσει τον χαρακτήρα των ονομάτων χώρου ως sui generis διακριτικά γνωρίσματα, και αφορμώμενοι από την ανωτέρω αναφορά του Διεθνούς Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας στη σύγκρουση ανάμεσα στα διακριτικά γνωρίσματα του υλικού κόσμου και τα ονόματα χώρου, προχωρούμε στην αποτύπωση των συγκρούσεων που ανακύπτουν μεταξύ τους και των τρόπων επίλυσής τους. Σύγκρουση υφίσταται όταν ένα όνομα χώρου ταυτίζεται λεκτικά ή ομοιάζει σε βαθμό που να προκαλείται σύγχυση με διακριτικό γνώρισμα του υλικού κόσμου. Κίνδυνος συγχύσεως (υπό στενή έννοια) υπάρχει όταν το ενδιαφερόμενο κοινό ταυτίζει, πλήρως ή εν μέρει, δύο διακριτικά γνωρίσματα που διακρίνουν διαφορετικές υπηρεσίες ή εμπορεύματα και θεωρεί εσφαλμένως ότι προέρχονται από μία και την αυτή επιχείρηση, λαμβάνονταν υπ’ όψιν ότι για τον για τον κίνδυνο συγχύσεως σημασία έχει: α) η συνολική εντύπωση που προκαλούν στους συναλλασσομένους τα εκάστοτε συγκρινόμενα σήματα και όχι οι λεπτομέρειες ή τα συστατικά μέρη τους, β) η αντίληψη του μέσου, δηλαδή με μέτριες γνώσεις και παρατηρητικότητα, καταναλωτή, για το οποίο προορίζεται εμπόρευμα ή υπηρεσία. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, μία από τις προϋποθέσεις για τις οποίες ένα όνομα χώρου δύναται να διαγραφεί μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων είναι όταν «το μεταβλητό πεδίο Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr είναι ίδιο ή παρόμοιο σε σημείο σύγχυσης με όνομα για το οποίο υφίσταται δικαίωμα βάσει εθνικής ή κοινοτικής νομοθεσίας […]». Στην περίπτωση αυτή υπερισχύει εκείνο το οποίο καθιερώθηκε πρώτο στις συναλλαγές, σύμφωνα με την αρχή της χρονικής προτεραιότητας (κατά τον κανόνα prior in tempore, potior in jure). Η διαδικτυακή προτεραιότητα δεν υπερισχύει της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, όπως αυτή είναι γνωστή και ισχύει στο δίκαιο της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας. Έτσι η χρονική προτεραιότητα κρίνεται βάσει του χρονικού σημείου γεννήσεως του δικαιώματος επί του διακριτικού γνωρίσματος. Πάντως, το domain name μπορεί να συγκρουστεί και με μεταγενέστερο διακριτικό γνώρισμα του άρθρου 13 Ν. 146/1914 ή με μεταγενέστερο σήμα. Και η σύγκρουση αυτή θα αρθεί αντίστοιχα με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας και την αρχή της ισοτιμίας των διακριτικών γνωρισμάτων. Συμπερασματικά, η κατοχύρωση ονόματος ή κατοχύρωση ονομασίας ή εμπορικού σήματος μίας επιχείρησης στην Ελλάδα γίνεται στην Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. em12Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο γίνεται από την αντίστοιχη υπηρεσία της ΕΕ που ονομάζεται OHIM ενώ διεθνώς ένα σήμα κατοχυρώνεται στην WIPO. Αντίθετα, η κατοχύρωση ονόματος ιστοτόπου (domain name) στην Ελλάδα γίνεται από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνίων και Ταχυδρομίων (ΕΕΤΤ) του Υπουργείου Επικοινωνίων και Μεταφορών. Τα διακριτικά γνωρίσματα μίας επιχείρησης είναι συνήθως τρία, η επωνυμία της, που διακρίνει τον φορέα της επιχείρησης, ο διακριτικός της τίτλος, που διακρίνει την ίδια την επιχείρηση και το εμπορικό σήμα, που διακρίνει τα προϊόντα/υπηρεσίες μίας επιχείρησης. Συνήθης πρακτική των ελληνικών επιχειρήσεων είναι να ταυτίζεται η επωνυμία ή ο διακριτικός τίτλος μίας επιχείρησης με το εμπορικό της σήμα. Ένα όνομα (επωνυμία ή διακριτικός τίτλος) μίας επιχείρησης, όταν καθίσταται εμπορικό σήμα, δηλαδή διακριτικό γνώρισμα των προσφερόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, επιτελεί τις ακόλουθες τρεις βασικές λειτουργίες:

  1. Προσδιορίζει την προέλευση των προσφερόμενων προϊόντων/υπηρεσιών από τη συγκεκριμένη επιχείρηση που έχει το όνομα. Δημιουργεί δηλαδή τον απαραίτητο δεσμό ανάμεσα στα προσφερόμενα προϊόντα και την επιχείρηση.
  2. Εγγυάται για την ποιότητα των προσφερόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Το όνομα μίας επιχείρησης, όταν καθίσταται εμπορικό σήμα, εγγυάται ένα ορισμένο επίπεδο ποιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που διακρίνει. Πολλές φορές μάλιστα η εγγυητική αυτή λειτουργία είναι πιο κρίσιμη από την λειτουργία προέλευσης, καθώς το καταναλωτικό κοινό ενδιαφέρεται περισσότερο για την ποιότητα που συνοδεύει ένα όνομα από την προέλευσή του από συγκεκριμένη επιχείρηση.
  3. Διαφημίζει την επιχείρηση και τα προσφερόμενα προϊόντα/υπηρεσίες της επιχείρησης σαν ένα αυτοδύναμο διαφημιστικό όπλο προσέλκυσης πελατείας, ειδικότερα εάν έχει πρωτοτυπία και εκφραστική δύναμη.

       

Επικοινωνήστε μαζί μας