You are here

ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ

Αρθρο 216.

  1. Οποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός πουμπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.

  1. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο.
  1. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας

τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με Κάθειρξη μέχρι δέκα ετών,Εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. [εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000)ευρώ. Βλ. διατάξεις και τρόπο μετατροπής σε ευρώ στο άρθρο 0] . *** ΠΡΟΣΟΧΗ: Το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ του πρώτου εδαφίου της παρ.3 αναπροσαρμόζεται στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ με την παρ.1 περ.β` άρθρου 24 Ν.4055/2012,ΦΕΚ Α 51/12.3.2012.Εναρξη ισχύος 2 Απριλίου 2012. ***Οι άνω εντός λέξεις προστέθηκαν με την περ. α`παρ.7 άρθρ.1 Ν.2408/1996 και αντικαταστάθηκαν ως άνω με το άρθρο 14 παρ.2 Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των (πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών.) δέκα πέντε χιλιάδων (15.000)ευρώ. Βλ. διατάξεις και τρόπο μετατροπής σε ευρώ στο άρθρο 0 . *** ΠΡΟΣΟΧΗ: Το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 αναπροσαρμόζεται στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. με την παρ.2 περ.α` άρθρου 24 Ν.4055/2012,ΦΕΚ Α 51/12.3.2012.Εναρξη ισχύος 2 Απριλίου 2012. *** Το άνω εντός εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2 Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999. *** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Βλέπε Ν.1608/1950 για σχετικά αδικήματα στρεφόμενα κατά Δημοσίου - ΝΠΔΔ ,ύψος ποινών κλπ. Το έγκλημα της πλαστογραφίας θεσπίστηκε προκειμένου να προστατευτεί η ασφάλεια των συναλλαγών και η δικαιολογημένη πίστη των συναλλασσομένων στη γνησιότητα των πάσης φύσεως εγγράφων. Πλαστογραφία υπάρχει όταν κανείς καταρτίζει (εξ αρχής) πλαστό έγγραφο ή νοθεύει ένα γνήσιο, με σκοπό να παραπλανήσει, με τη χρήση του, άλλον, αναφορικά με γεγονός, που μπορεί να έχει (έννομες) συνέπειες. π.χ κάποιος συντάσσει εξαρχής και μιμούμενος το γραφικό χαρακτήρα άλλου ιδιόχειρη διαθήκη (πρώτη περίπτωση) ή αλλάζει πάνω στο σώμα της επιταγής το ποσόν (π.χ από 30.000 σε 80.000-δεύτερη περίπτωση). Η πλαστογραφία στη βασική-απλή της μορφή, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με ποινή φυλάκισης από 3 μήνες έως 5 χρόνια. Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον ίδιο τον πλαστογράφο δε συνιστά νέο αδίκημα, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που αυξάνει την ποινή (πάντα βέβαια στα ανωτέρω όρια). Αντίθετα, αν πλαστογράφος και χρήστης είναι 2 διαφορετικά πρόσωπα, τότε θα τιμωρηθούν και οι δύο π.χ άλλος πλαστογραφεί την επιταγή και άλλος πάει να την εισπράξει, γνωρίζοντας -εννοείται- ότι είναι παραποιημένη. Η πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος προϋποθέτει : α) ότι ο δράστης είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή και σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένη περιουσία π.χ έκδοση δανείου με πλαστή βεβαίωση αποδοχών. β) το συνολικό όφελος του δράστη να ξεπερνά συνολικά τα 120.000 ευρώ ή γ) η ζημία να είναι μεταξύ 30.000 και 120.000 ευρώ, αλλά ο δράστης να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει όταν ο δράστης, από την επανειλημμένη τέλεση του αδικήματος και τις εν γένει περιστάσεις, όπως π.χ η υλικοτεχνική υποδομή (πολλές πλαστές σφραγίδες και άλλα αντικείμενα τέλεσης που τυχόν βρεθούν στο σπίτι του) που έχει διαμορφώσει, προκύπτει ότι ουσιαστικά ζει (πορίζεται τα προς το ζην) από αυτή τη ..δουλειά, ενώ κατά συνήθεια, όταν από την επανειλημμένη τέλεση, προκύπτει η ροπή του δράστη προς το συγκεκριμένο έγκλημα, ως στοιχείο πλέον της προσωπικότητάς του ! Στις περιπτώσεις αυτές, το κακούργημα της πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη από 5 έως 10 χρόνια. Να προσεχθούν ιδιαίτερα τα εξής : -Ο όρος έγγραφο είναι γενικότερος από την κλασική έννοια (χαρτί), διότι περιλαμβάνει ακόμα και τα ηλεκτρονικά μέσα (δίσκους υπολογιστών) και γενικά κάθε αποτύπωση, που μπορεί να μην είναι κείμενο, αλλά αριθμός, ήχος, εικόνα κλπ και γίνεται με τεχνικά (μηχανικά και άλλα) μέσα. π.χ έχει κριθεί ότι συνιστά έγγραφο και συνεπώς πλαστογραφία η αλλοίωση (αλλαγή) του αριθμού πλαισίου του κινητήρα ενός Ι.Χ. -Σύμφωνα με τον ορισμό, για να υπάρχει αδίκημα πλαστογραφίας, πρέπει το πλαστό έγγραφο να είναι ικανό να παράξει έννομες συνέπειες π.χ απαιτούμενα από το Νόμο δικαιολογητικά για έκδοση άλλου εγγράφου ή πρόσληψη ή έκδοση δανείου, σύνταξης κ.ο.κ. Αν το έγγραφο, παρότι παραποιημένο, δεν μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, να παραπλανήσει δηλαδή άλλον σε ενέργεια, δεν υφίσταται πλαστογραφία ! π.χ αν μία προκήρυξη απαιτεί να προσκομίσεις πρωτότυπο ή επικυρωμένο δικαιολογητικό και εσύ προσκομίζεις μία φωτοτυπία, ναι μεν παραποιημένη, αλλά ανεπικύρωτη, τότε δεν υπάρχει πλαστογραφία, διότι απλούστατα δεν μπορεί να γίνει δεκτή, βάσει της προκήρυξης . Από το άρθρο 216 §1 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων ή αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίον είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως, θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ` αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση πράγματι ο τρίτος ή να παραπλανηθεί ούτος. Περαιτέρω από το άρθρο 217 §§1,2 ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση πιστοποιητικού ή μαρτυρικού ή άλλου εγγράφου ή η χρήση τοιούτου πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου ή η χρήση γνησίου πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί για άλλον και που μπορεί συνήθως να χρησιμεύσει για να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ιδίου που ενεργεί τα ανωτέρω ή άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση ότι το πιστοποιητικό είναι πλαστό ή νοθευμένο ή ότι έχει εκδοθεί για άλλο πρόσωπο, ως προς τα οποία στοιχεία αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Επί πλέον απαιτείται με την έννοια της «υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως» στο σημείο αυτό και σκοπός διευκολύνσεως της αμέσου συντηρήσεως, της κινήσεως ή της κοινωνικής προόδου του ιδίου ή άλλου. Δηλαδή ο δράστης να περιορίζει την ωφέλειά του στη διευκόλυνση της αμέσου συντηρήσεώς του κ.τ.λ. χωρίς να ενδιαφέρουν τα κίνητρα αυτού, ενώ δεν πρέπει να βλάπτεται ευθέως άλλος στις έννομες σχέσεις του ή να υπάρχει και άλλος σκοπός εκτός από τους ανωτέρω, διότι, άλλως, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 216 ΠΚ. Συνεπώς εάν η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του υπό του άρθρου 217 ΠΚ διαγραφομένου, τότε, και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα υπό του άρθρου τούτου (μαρτυρικά και πιστοποιητικά), εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 και όχι η εξαιρετική του άρθρου 217 ΠΚ. Δηλαδή το βασικό διακριτικό γνώρισμα μεταξύ πλαστογραφίας της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 217 ΠΚ συνίσταται εις το ότι, αφ` ενός μεν στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. γ` ΠΚ έγγραφα, αλλ` εξ αυτών μόνο πιστοποιητικά, μαρτυρικά ή και κάθε άλλο έγγραφο, το οποίο δύναται συνήθως να χρησιμεύσει ως τοιούτο και αφ` ετέρου ως προς τον σκοπό, για τον οποίο τελείται αυτή, ο οποίος, ήτοι, πρέπει να αποβλέπει μόνο στην άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του δράστου ή άλλου, χωρίς η ωφέλεια ή η ζημία η προερχομένη από την πράξη αυτή να έχουν την σημασία που έχουν για την θεμελίωση της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και τούτο διότι η ζημία και η ωφέλεια από την πράξη του άρθρου 217 ΠΚ έχουν δευτερεύουσα στην περίπτωση αυτή σημασία και δι` αυτό δεν ανήχθησαν αυτά από το νόμο σε συστατικά στοιχεία της πράξεως αυτής. Συναφείς αποφάσεις που υιοθετούν το εν λόγω σκεπτικό είναι οι εξής: η 721/2010 ΑΠ (ΠΟΙΝ), Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, η 60/2007 ΑΠ (ΠΟΙΝ), Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, η 649/2008 ΑΠ (ΠΟΙΝ) δημοσιευμένη στο περιοδικό ΠΟΙΝΛΟΓ 2008/397, η 1152/2010 ΑΠ (ΠΟΙΝ) δημοσιευμένη επίσης στη ΝΟΜΟΣ.  

Επικοινωνήστε μαζί μας