You are here

ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ

Η υπεξαίρεση είναι ποινικό αδίκημα που προσβάλλει το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας. Ως υπεξαίρεση ορίζεται η ιδιοποίηση ξένου (ολικώς ή εν μέρει) κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο. Τόσο η υπεξαίρεση όσο και η κλοπή είναι εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας που συνίστανται στην ιδιοποίηση ξένου (ολικώς ή μερικώς) κινητού πράγματος. Όμως, ο δράστης κλοπής ιδιοποιείται ξένο κινητό πράγμα, αφού πρώτα το αφαιρέσει από την κατοχή άλλου, ενώ ο δράστης υπεξαιρέσεως ιδιοποιείται ξένο πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του ιδίου , χωρίς να το έχει αφαιρέσει ο ίδιος από την κατοχή τρίτου. Η υπεξαίρεση τυποποιείται ως έγκλημα στο άρθρο 375 του ισχύοντος ελληνικού Ποινικού Κώδικα. Στη βασική μορφή του, το έγκλημα της υπεξαιρέσεως είναι πλημμέλημα και τιμωρείται με φυλάκιση 1-5 ετών. Αν το αντικείμενο που υπεξαιρέθηκε είναι μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του παθόντος ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματική μορφή, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη από πέντε ως δέκα έτη. Παραδείγματα :

  1. εάν ένα αυτοκίνητο, μηχάνημα, νταλίκα κ.ο.κ (οιοδήποτε κινητό πράγμα με αξία, όχι ακίνητο) ανήκει κατά 50% εξ αδιαιρέτου σε 2 άτομα και ο ένας από τους δύο το πουλήσει σε τρίτο, χωρίς ο άλλος να ξέρει τίποτε και εισπράξει ολόκληρο το τίμημα, διαπράττει υπεξαίρεση, διότι συμπεριφέρεται σαν να του ανήκει 100%
  2. Είμαι κάτοικος εξωτερικού και θέλω να αγοράσω στην Ελλάδα σπίτι, σκάφος ή αυτοκίνητο, έρχομαι σε επαφή με έναν ¨Ελληνα και του στέλνω τα χρήματα για την αγορά. Μετά από ένα διάστημα ρωτώ αν έγινε η αγορά, εκείνος μου απαντά αρνητικά και όταν ζητώ πίσω τα λεφτά μου, ..εξαφανίζεται ή μου λέει ωμά ότι τα έφαγε στο καζίνο : υπεξαίρεση !! Αυτό μπορεί να συμβεί και αντίστροφα, ήτοι έχω ένα περιουσιακό στοιχείο και αναθέτω σε κάποιον να το πουλήσει. Ο τρίτος προφανώς θα εισπράξει το τίμημα, αλλά είναι υποχρεωμένος να μου το αποδώσει και εάν δεν το κάνει, διαπράττει υπεξαίρεση
  3. Η υπεξαίρεση είναι πιο συνήθης σε εταιρίες και άλλα νομικά πρόσωπα, διότι εκεί η εταιρία έχει δική της περιουσία, ανεξάρτητη από την περιουσία των μετόχων-εταίρων και έτσι όταν κάποιος μέτοχος βάζει χέρι στο ταμείο της εταιρίας, διαπράττει υπεξαίρεση, διότι τα χρήματα ανήκουν στην εταιρία, ακόμα και αν αυτός είναι ο μοναδικός εταίρος
  4. υπεξαίρεση διαπράττουν βέβαια συνήθως τα άτομα, που εργάζονται σε θέσεις, όπου εισπράττουν ή διαχειρίζονται ξένα χρήματα (ταμίες, τραπεζοϋπάλληλοι, ασφαλιστές, πράκτορες κλπ). Δεν πρόκειται για κλοπή, διότι τα χρήματα βρίσκονται ή περνάνε ήδη από τα χέρια τους και τα ιδιοποιούνται παράνομα.

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του κατά το άρθρο 375 §§ 1 και 2 του ΠΚ, όπως αυτό ισχύει πριν την αντικατάστασή του με τα άρθρα 1§9 του ν. 2408/1996 και 14§3 του ν. 2721/1999, εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, απαιτείται, πράγμα κινητό και ξένο (ολικά ή μερικά) ως προς τον υπεξαιρέτη, ιδιοποίηση του πράγματος χωρίς νόμιμη αιτία και συνδρομή καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, η οποία υπάρχει ιδία, όταν πρόκειται για αντικείμενο, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας αυτού ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ξένο θεωρείται το πράγμα, όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, κατά την έννοια που διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαίτιου με κάποια νόμιμη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, ενώ ιδιοποίηση του πράγματος συνιστά η οικειοποίηση και κατακράτησή του. Κινητό πράγμα, νοείται και το χρήμα. Η διάταξη του άρθρου 375§2 του ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1§9 του ν. 2408/1996 και ορίσθηκε, ότι ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαίρεσης, προϋποθέτει, ιδιαίτερα μεγάλη αξία του πράγματος (η οποία πρέπει να προσδιορίζεται) και το πράγμα να είναι εμπιστευμένο στον υπαίτιο, με τη συνδρομή μίας τουλάχιστον από τις αναφερόμενες (περιοριστικά πλέον) στη διάταξη, περιπτώσεις κατάχρησης σχέσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, δηλαδή λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του υπαίτιου ως εντολοδόχου ή επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Οι περιπτώσεις, δηλαδή, κατάχρησης σχέσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, αναφέρονται πλέον περιοριστικά, αλλά προστέθηκε σ' αυτές και η περίπτωση που το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι εμπιστευμένο σε εντολοδόχο. Η ρύθμιση αυτή του ν. 2408/1996, στο σημείο που αξιώνει για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της υπεξαίρεσης, ιδιαίτερα μεγάλη αξία του πράγματος και αναφέρει περιοριστικά πλέον τις περιπτώσεις κατάχρησης σχέσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού θεσπίζει πρόσθετο στοιχείο του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2§1 του ΠΚ, και στις περιπτώσεις τελέσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως πριν τη θέση σε ισχύ του νόμου τούτου στις 4.6.1996. Η ίδια δε ρύθμιση δεν είναι δυσμενέστερη της προηγούμενης), κατά το μέρος που προστέθηκε με αυτή στις περιπτώσεις κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και η περίπτωση, που το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι εμπιστευμένο σε εντολοδόχο, γιατί, υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, στοιχείο του κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαίρεσης ήταν η κατάχρηση σχέσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, οι περιπτώσεις δε τέτοιας κατάχρησης αναφέρονταν, όπως ειπώθηκε, ενδεικτικά («ιδία») και όχι περιοριστικά και δεν αποκλειόταν βέβαια η περίπτωση, κατά την οποία το πράγμα ήταν εμπιστευμένο σε εντολοδόχο. Σε περίπτωση, όμως, κακουργηματικής υπεξαίρεσης από εντολοδόχο, που τελέσθηκε υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (πριν τις 4.6.1996), η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να διαλαμβάνει και το στοιχείο της υπάρξεως κατάχρησης σχέσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, η οποία ήταν στοιχείο του εγκλήματος. Με το άρθρο 14§3 του ν. 2721/1999, τροποποιήθηκε το άρθρο 375§§1 και 2 του ΠΚ, όπως η τελευταία διάταξη είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1§9 του ν. 2408/1996, και ορίσθηκε ότι, κακουργηματική υπεξαίρεση υφίσταται, με μόνη τη συνδρομή συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαίρεσης, μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ και ότι η περίπτωση αυτή (συνολική αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ), επί κακουργηματικής υπεξαίρεσης με τη συνδρομή κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, δηλαδή και όταν το πράγμα ήταν εμπιστευμένο στον υπαίτιο, ως εντολοδόχο, συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Οι ρυθμίσεις όμως αυτές, είναι δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο και δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής επί των εγκλημάτων που φέρονται τελεσθέντα πριν την έναρξη της ισχύος του νόμου στις 3.6.1999. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης της απόφασης η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην απόφαση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. (Α.Π. ΑΠΟΦΑΣΗ 1575/2007, ΣΤ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ).

Επικοινωνήστε μαζί μας